επανορθωτής

ο (Α ἐπανορθωτής) [επανορθώνω]
αυτός που επανορθώνει
αρχ.
1. (ειδ.) βοηθός, έφεδρος, έτοιμος να αναπληρώσει τις απώλειες ενός τμήματος τής παρατάξεως σε ώρα μάχης
2. αυτός που παίρνει εντολή να μεταρρυθμίσει τους νόμους, ο διορθωτής (στους Ρωμαίους corrector civitatis
3. (για συγγράμματα) αυτός που επιφέρει διορθώσεις
4. φρ. «επανορθωτής τών τρόπων» — αξίωμα ρωμαϊκό, ο επόπτης τών ηθών, λατ. corrector morum («ἐπανορθωτής τῶν τρόπων αἱρεθείς», Δίων Κάσσ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπανορθωτής — corrector masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επανορθωτής — ο θηλ. ώτρια αυτός που επανορθώνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπανορθωτήν — ἐπανορθωτής corrector masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπανορθωτά — ἐπανορθωτά̱ , ἐπανορθωτής corrector masc nom/voc/acc dual ἐπανορθωτής corrector masc voc sg ἐπανορθωτής corrector masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπανορθωτάς — ἐπανορθωτά̱ς , ἐπανορθωτής corrector masc acc pl ἐπανορθωτά̱ς , ἐπανορθωτής corrector masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίστης — και χτίστης, ο (AM κτίστης, θηλ. κτίστρια, Α και κτιστής) [κτίζω] 1. εργάτης ειδικευμένος στο κτίσιμο, οικοδόμος 2. ο δημιουργός τού σύμπαντος, ο πλάστης, ο θεός («τότε ένετείλατό μοι ό κτίστης απάντων», ΠΔ) αρχ. 1. ιδρυτής, θεμελιωτής, ιδίως… …   Dictionary of Greek

  • ἐπανορθωτέα — ἐπανορθωτέος to be corrected neut nom/voc/acc pl ἐπανορθωτής corrector masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.